Ο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στην πύλη του τώρα
Ο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ υπήρξε ίσως ο σημαντικότερος Ιταλός μουσικός του 20ού αιώνα. Μια μυθική φιγούρα. Κάπου ανάμεσα στον Leonard Cohen και τον Ζορζ Μπρασένς, ο Ντε Αντρέ κατάφερε να δημιουργήσει μια τραγουδιστή ποίηση εμποτισμένη τόσο από τις πολλαπλές ιταλικές παραδόσεις όσο και από τα προτάγματα των δεκαετιών του ’60, του ’70 και του ’80.
Ο σημαντικότερος των Cantautore (τραγουδιστών-τραγουδοποιών) της Ιταλίας, o Ντε Αντρέ δημιούργησε μια τραγουδιστή ποίηση που ξεπέρασε κατά πολύ το βάθος των τραγουδιών και μαζί τη διάδοση της ποιητικής τέχνης. Ταυτόχρονα όμως δημιούργησε δίσκους που δεν περιορίστηκαν στη συλλογή τραγουδιών. Ηδη από τον δεύτερο δίσκο του, το «Tutti morimmo a stento» (1968), εισάγει στην ιταλική δισκογραφία τον δίσκο-κόνσεπτ. Κύκλους δηλαδή τραγουδιών με μια κοινή θεματική να συνδέει τα τραγούδια μεταξύ τους.
Στον συγκεκριμένο δίσκο, ο Ντε Αντρέ εμπνέεται από την ποίηση και τη ζωή του μεγάλου ποιητή (και εγκληματία) του γαλλικού Μεσαίωνα, τον Φρανσουά Βιγιόν.
Στο «La buona novella» (1970) αντλεί μοτίβα από τα απόκρυφα ευαγγέλια, στο «Non al denaro non all’amore né al cielo» (1971) χρησιμοποιεί ποιήματα από την «Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ», το σπουδαίο ποιητικό κείμενο του Αμερικανού Edgar Lee Masters. Ταυτόχρονα με τις θεματολογίες που παραθέσαμε, ο Ντε Αντρέ δεν σταμάτησε να είναι πολιτικός σε όλο του το έργο.
Στον δίσκο «Storia di un impiegato» («Ιστορία ενός υπαλλήλου», 1973) στην πραγματικότητα εξιστορεί μέσα από μια σειρά τραγουδιών το πώς ένας απλός 30χρονος υπάλληλος αποφασίζει να πάρει μέρος στα μεγάλα γεγονότα του 1968 παρακινημένος από το άκουσμα ενός τραγουδιού, καθώς και την πορεία του στο κίνημα και την κατάληξή του.
Αν όμως ήταν πολιτικός, ο Ντε Αντρέ το έκανε με τον δικό του τρόπο. Οι δίσκοι που έβγαλε στη διάλεκτο της Σαρδηνίας και της Λιγυρίας (δύο από τους πιο πετυχημένους του δίσκους) όχι μόνο επανέφεραν τις τοπικές διαλέκτους στο προσκήνιο της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά επαναπροσδιόρισαν σε παγκόσμιο επίπεδο το τι μπορεί να σημαίνει η χρήση της παράδοσης σε ένα νέο μουσικό ιδίωμα, σε μια νέα χρονική συνθήκη. Ο τρόπος με τον οποίο πλησίασε από τα πρώτα έως τα τελευταία του τραγούδια τους αποκλεισμένους, τους επαναστάτες, τους περιθωριακούς προσδιόρισε τους όρους με τους οποίους υφίσταται η σύγχρονη ιταλική ευαισθησία. Σεξεργάτριες και τοξικοεξαρτημένοι, τρανς και φυλακισμένοι, άνθρωποι μικροί, τσαλακωμένοι, απογοητευμένοι, ψαράδες και μαφιόζοι, ο Βιγιόν, η Ζαν ντ’ Αρκ και ο Παζολίνι. Ολοι χωρούν και διαμορφώνουν έναν κανόνα που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από όσα η κυρίαρχη αφήγηση αφήνει στη σκιά των κοινωνιών.
Ο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ σήμερα (ή καλύτερα από τον θάνατό του το 1999 έως και σήμερα) αποτελεί την πραγματική αντιπολίτευση της Ιταλίας. Οχι μόνο σε επίπεδο πολιτικών αξιών, αλλά σε επίπεδο αισθητικής, εστίασης, ευαισθησίας. Καταφύγιο για όσους δεν χωρούσαν στη λερή φούσκα του μπερλουσκονισμού ή στη νεοφασιστική έκφραση του Σαλβίνι χθες, της Μελόνι σήμερα. Εξίσου δημοφιλής σήμερα με τις εποχές που μεσουρανούσε, ο Ντε Αντρέ μάς μαθαίνει πώς να ερωτευόμαστε, να απογοητευόμαστε, να διεκδικούμε. Να αναγνωρίζουμε το παρελθόν μας και να φανταζόμαστε το μέλλον μας. Ολα μέσα από μια τραγουδιστή μελωδία που υπαγορεύει την κατανόηση του εαυτού μας και του γύρω μας κόσμου.