Δώδεκα χήρες και μια ταμένη
Ηταν η Σάσα, η Νίνα, η Πόπη και η Μίνα. «Ολες χήρες είμαστε» μου είπαν. Το βρήκα καταπληκτικό. «Δώδεκα είμαστε. Μια παρέα. Η αρχαιότερη έχει χάσει εδώ και 25 χρόνια τον άντρα της». Το βρήκα καταπληκτικότερο! Εγώ τους μίλησα αρχικά, καθώς ήταν οι ομορφότερες εκεί πέρα (η ομορφιά και η φινέτσα πάντα με ελκύουν). Πού να φανταζόμουν πως θα ’πεφτα σε τέτοια κελεπούρια! «Και τόσα χρόνια, τίποτα; Ολες μόνες;» ρώτησα. «Είμαστε της παλιάς σχολής. Ηταν και καλοί οι άντρες μας, μεγαλώσαμε τα παιδιά μας, πού να τρέχουμε τώρα για άλλες καΐλες;».
Ενα δίκιο το ’χαν. Δεν ξέρω βέβαια πόσο καλοί ήταν οι αποθανόντες τους, καθώς παρομοίασαν τον άντρα με «καΐλα», αλλά ακόμα κι αυτό, καταπληκτικότατες τις έκανε στα μάτια μου. Ολες προσεγμένες, διαβασμένες και με χιούμορ. Μόνο η Νίνα ήταν κάπως δωρική και σαν έκανα την Πόπη να γελάει κατά τη διάρκεια της πολιτικής εκδήλωσης που παρακολουθούσαμε, μας κοίταζε τόσο αυστηρά που έτοιμη ήταν η Πόπη να με δείξει λέγοντας: «Η Γιαδικιάρογλου φταίει!».
Βλέπεις η Γιαδικιάρογλου, τουτέστιν η γράφουσα, εγώ δηλαδή, δεν έβαλα γλώσσα μέσα. Μου ήταν απολύτως αδύνατον να συνδεθώ με αυτό που έβλεπα: γινόταν μια πολιτική εκδήλωση, εδώ, στα μέρη μου. Αλλά πριν βγει ο κύριος ομιλητής, έβαλαν μια τύπισσα να προλογίσει. Και όταν λέμε τύπισσα, εννοούμε μια απόφοιτο του ορφανοτροφείου της Αγίας Πελαγίας: μαλλί κοτσίδα, πιασμένη στεφανάκι γύρω από το κεφάλι, φόρεμα στο χρώμα της διάρροιας, μακρύ και φαρδύ, πασούμια α λα Μενδώνη και κάτι γυαλιά για να δώσουμε κάποιο κύρος στην ακυρότητά μας. Εψαξαν πολύ για να τη βρουν; Και καλά, άσε την εμφάνιση, πες πως βλέπουμε πέραν αυτής (κάτι που δεν ισχύει, αλλά έστω). Το τι βγήκε απ’ το στόμα της δεν άντεξα.
Τι ότι ήρθε εδώ για να πει «ο λαός τα όνειρά του», έλεγε, τι πως έχουν έρθει σε λαϊκή συνοικία, τίγκα στους αγώνες, τι πως τα όνειρα των λαϊκών συνοικιών ανοίγουν τον δρόμο… και άλλα τέτοια μελοδραματικά. Και παντελώς αναληθή. Στα λόγια της, εγώ άλλα άκουγα πάλι: πως ο πολίτης δεν είναι ποτέ πολίτης. Για τη Δεξιά είναι πελάτης, ψηφοφόρος, αριθμός, φορολογική μονάδα, δικαιούχος επιδόματος, θύμα στατιστικής. Του μιλάει για ευθύνη, ενώ του φορτώνει όλο το κόστος. Για την Αριστερά, της εν λόγω ταμένης έστω, είναι πρόβλημα προς διαχείριση. Ενώ θα έπρεπε να είναι ένα και μόνο: το κέντρο του πολιτεύματος.
Και κάπου εδώ, κάπου ανάμεσα στην κοτσίδα-στεφανάκι και στο λαϊκό προσκύνημα, κρύβεται η αποτυχία: Η Δεξιά συρρικνώνει τον πολίτη σε μονάδα αγοράς. Η Αριστερά συχνά τον συρρικνώνει σε μονάδα αδικίας.
Η πρώτη τον θέλει ανταγωνιστικό, η δεύτερη προστατευμένο, ίσο, μη φτωχό. Μα και η φτώχεια της αδικίας να εξαλειφθεί, τίποτα δεν θα αλλάξει αν υπάρχει φτώχεια φαντασίας. Και η φαντασία προϋποθέτει ελευθερία. Και η ελευθερία, κυρία «ας έρθει ο πρόεδρος της καρδιάς μας» (δεν το έλεγα αυτό, που να με θάβαν ζωντανή!), προϋποθέτει ένα μόνο: παιδεία. Που σημαίνει πολιτισμό. Οταν τον αποκτήσετε, τα ξαναλέμε…
«Μπορώ να μπω κι εγώ στην ομάδα σας, έστω ως εν δυνάμει χήρα;» ρώτησα, σε απόγνωση σχεδόν, τις χηρευάμενες. «Αποκλείεται!» μου είπαν με μια φωνή. Να πάρει…