Η ζωή στις βουνοκορφές της Πίνδου: Η περίπτωση ενός πολύ μικρού χωριού στο ανατολικό Ζαγόρι
Η οδήγηση προς τo Δεμάτι Ιωαννίνων, στο ανατολικό Ζαγόρι, μοιάζει σαν την είσοδο σε μια άλλη εποχή. Οι πλαγιές του βουνού υψώνονται απότομα, στενές και γεμάτες στροφές.
Για κάποιον που έρχεται από την πόλη, η αντίθεση είναι έντονη. Για όσους όμως ζουν εδώ, είναι απλώς μέρος της καθημερινότητας. Δρόμοι που μοιάζουν επισφαλείς είναι για τους ντόπιους κάτι απολύτως συνηθισμένο. Σπίτια που φαίνονται άδεια αποτελούν κομμάτι του τοπίου.
Στην είσοδο του χωριού, η πρώτη στάση είναι ένα κτίριο που λειτουργεί ως πολιτιστικός σύλλογος. Είναι το μοναδικό σημείο όπου μπορεί κανείς να παρκάρει· μια απλή στάση πριν οι απότομοι δρόμοι και τα λιθόστρωτα σοκάκια οδηγήσουν στην κεντρική πλατεία. Από έξω μοιάζει με ένα απλό κτίριο από τούβλα με μια μικρή βεράντα, ταπεινό και ήσυχο, που ενσωματώνεται στο άγριο περιβάλλον. Μέσα όμως είναι διαμορφωμένο σαν παραδοσιακό ελληνικό καφενείο· ένας χώρος συνάντησης, καφέ και ζωντανής κουβέντας, αν και εκείνο το πρωί μοιάζει περισσότερο με ήσυχο μουσείο μνήμης του χωριού. Τα ράφια του είναι γεμάτα με εθνογραφικά αντικείμενα: υφαντά, παλιές φωτογραφίες και εργαλεία της καθημερινής ζωής.
Όταν μπαίνω διστακτικά, μια ντόπια γυναίκα ρωτά σύντομα τι θέλω. Τις λίγες στιγμές που παραμένω, στέκεται σιωπηλή στην πόρτα, φανερά βιαστική. Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω την αντίθεση ανάμεσα στην απλή όψη του κτιρίου και στη ζωή που κουβαλά — ή που κάποτε κουβαλούσε. Ο χώρος μοιάζει να αιωρείται, σαν να περιμένει το χωριό να ξαναζωντανέψει γύρω του. Όταν φεύγουμε, η γυναίκα κλειδώνει την πόρτα πίσω μας.
Τα δημογραφικά στοιχεία από μόνα τους αφηγούνται μια εντυπωσιακή ιστορία: το 1981 ο πληθυσμός του Δεμάτι καταγραφόταν στους 427 κατοίκους, όμως μέχρι το 1991 είχε καταρρεύσει στους μόλις 41. Η εγκατάλειψη δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μια σταδιακή κατάρρευση που εξελίχθηκε σε βάθος περίπου ενός αιώνα. Μετά την ένωση με την Ελλάδα στους Βαλκανικούς Πολέμους, η μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα άρχισε να διαβρώνει τον πληθυσμό. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε πληγή: τα χωριά του ορεινού Ζαγορίου κάηκαν εν είδη γερμανικών αντιποίνων, με 1.679 σπίτια να καταστρέφονται και 171 ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους στην ευρύτερη περιοχή. Ο Εμφύλιος Πόλεμος (1946–1949) έδωσε το τελειωτικό χτύπημα, αναγκάζοντας σχεδόν όλους τους εναπομείναντες κατοίκους να φύγουν. Ακολούθησε ένα πιο ήσυχο αλλά εξίσου καθοριστικό κύμα εκτοπισμού: η μεταπολεμική αστικοποίηση και, στην περίπτωση του Δεμάτι, η μαζική μετανάστευση προς τη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, όπου τελικά ρίζωσε μια ολόκληρη κοινότητα.
Σήμερα το χωριό έχει μόλις τέσσερις μόνιμους κατοίκους, ενώ τα περισσότερα σπίτια ανήκουν σε οικογένειες που επιστρέφουν από την Αμερική το καλοκαίρι. Μία από όσες έχουν παραμείνει είναι η κυρία Βασιλεία, γεννημένη και μεγαλωμένη στα βουνά. Συνταξιούχος πλέον, έχει ζήσει δεκαετίες αλλαγών και ερήμωσης, όμως, όπως εξηγεί, δεν νιώθει μοναξιά· οι καθημερινές της συνήθειες, διαμορφωμένες από μια ζωή γεμάτη αγροτικές εργασίες και ζώα, παραμένουν πλήρεις και οικείες. Η ήρεμη παρουσία της προσφέρει μια σταθερότητα που αντισταθμίζει την πρώτη εντύπωση του χωριού.
Το πρόγραμμα Interreg στο Δεμάτι
Τα χωριά του Ζαγορίου είναι ευάλωτα στην πληθυσμιακή συρρίκνωση, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν την πρόκληση της διατήρησης της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και των τρόπων δόμησης, παράλληλα με τις σύγχρονες ανάγκες κατοίκησης. Από τη δεκαετία του 1980, κρατικές πρωτοβουλίες προσπάθησαν να διατηρήσουν τον παραδοσιακό χαρακτήρα των χωριών και το φυσικό τοπίο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2023 η UNESCO ενέταξε το Ζαγόρι στον κατάλογο των Πολιτιστικών Τοπίων. Ωστόσο, η τουριστική ανάκαμψη που βοήθησε άλλα χωριά του κεντρικού και δυτικού Ζαγορίου έχει σε μεγάλο βαθμό παρακάμψει το Δεμάτι, το οποίο παραμένει αυθεντικά ήσυχο — μια κατάσταση που αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και μειονέκτημα.
Μια σημαντική προσπάθεια αναζωογόνησης της περιοχής είναι το πρόγραμμα Interreg, το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής της ΕΕ, που στηρίζει διασυνοριακές πρωτοβουλίες για τη διατήρηση των αγροτικών κοινοτήτων. Συγκεκριμένα, το Δεμάτι συμμετέχει στο έργο Interreg-RISTOR, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την ΕΕ στο πλαίσιο της διασυνοριακής συνεργασίας Ελλάδας–Αλβανίας. Το έργο επικεντρώνεται στο παλιό σχολικό κτίριο του χωριού, το οποίο θα ανακαινιστεί πλήρως και θα μετατραπεί σε Κέντρο Καινοτομίας για τον βιώσιμο και συμπεριληπτικό τουρισμό. Θα λειτουργεί ως σύγχρονος χώρος συνεργασίας όπου κάτοικοι, επαγγελματίες του τουρισμού και επισκέπτες θα μπορούν να αναπτύσσουν δεξιότητες, να ανταλλάσσουν γνώσεις και να συνδιαμορφώνουν βιώσιμες τουριστικές πρωτοβουλίες, διατηρώντας παράλληλα την αρχιτεκτονική κληρονομιά και το φυσικό περιβάλλον του χωριού.
Η πρωτοβουλία αυτή συντονίζεται από τον Δήμο Ζαγορίου, σε διασυνοριακή συνεργασία με τον Δήμο Κορυτσάς και άλλους τοπικούς εταίρους. Το έργο διασφαλίζει ότι νέοι, γυναίκες, οικογένειες, δημιουργικοί επαγγελματίες και μικροπαραγωγοί θα συμμετέχουν ενεργά ως ωφελούμενοι και συνδιαμορφωτές.
Ο Χρήστος Ζιάβρας, πρόεδρος της κοινότητας Δεμάτι, κατευθύνεται για κυνήγι, αλλά σταματά για να απαντήσει σε λίγες ερωτήσεις. Η συνάντηση είναι σύντομη και τυπική, μια ένδειξη της επιφυλακτικής στάσης του χωριού απέναντι στους ξένους, ακόμη μία υπενθύμιση ότι οι επισκέπτες εδώ παραμένουν σπάνιοι.
«Υποστηρίζουμε ιδέες που στοχεύουν στην ενίσχυση του χωριού και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του», λέει ο Ζιάβρας. «Το πρόγραμμα Interreg είναι μια σημαντική πρωτοβουλία για το μέλλον του χωριου και της περιοχής· είμαστε δεσμευμένοι σε αυτό».
Από τις αίθουσες διδασκαλίας στην κοινότητα
Στο επίκεντρο βρίσκεται το παλιό δημοτικό σχολείο, ένα κομψό κτίριο που παραμένει περιποιημένο, με μια παιδική χαρά που μοιάζει έτοιμη να υποδεχτεί κούνιες και φωνές. Κι όμως, δεν υπάρχει ούτε ένα παιδί. Ένα σχεδόν σουρεαλιστικό ίχνος ενός χώρου που κάποτε έσφυζε από ζωή. Το σχολείο υπήρξε κέντρο της κοινότητας μέχρι που σίγησε τη δεκαετία του 1980, όταν οι τελευταίοι κάτοικοι έφυγαν στο πλαίσιο της μεγάλης μετανάστευσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, οι τελευταίοι δύο μαθητές του χωριού παραμένουν συνδεδεμένοι με τον τόπο, αν και η καθημερινότητά τους βρίσκεται αλλού· ο ένας σπουδάζει σε άλλη πόλη και ο άλλος φοιτά στο γυμνάσιο του κοντινού Κάτω Πεδινά, όπως εξηγεί ο Ζιάβρας.
Από αυτό το σχολικό κτίριο, από το 2023, η Χριστίνα Παπακυρίτση και η ομάδα της κοινωνικής συνεταιριστικής επιχείρησης «High Mountains» υλοποιούν δράσεις που συνδυάζουν τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και την αγροτική παραγωγή. Οι δραστηριότητές τους περιλαμβάνουν τη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης, την ενίσχυση της ορεινής παραγωγής και εναλλακτικού τουρισμού, καθώς και την παροχή εκπαίδευσης και υποδομών για ανθρώπους που ζουν ή επιλέγουν να εγκατασταθούν σε ορεινές αγροτικές περιοχές — με στόχο την ενδυνάμωση της τοπικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής πέρα από τη λογική της αγοράς.
Για να κατανοήσει κανείς το χωριό σήμερα, πρέπει να ξεκινήσει από την ιστορία της Χριστίνας. Εργάστηκε για χρόνια στο μάρκετινγκ στην Αθήνα· μια καριέρα σταθερή εξωτερικά, αλλά περιοριστική εσωτερικά, γεμάτη προθεσμίες, γραφειακή ρουτίνα και την αίσθηση ότι η ζωή συρρικνωνόταν αντί να διευρύνεται. Μεγάλωσε μέσα στην οικονομική κρίση της Ελλάδας, μια περίοδο που ώθησε χιλιάδες νέους να αναζητήσουν μέλλον στο εξωτερικό. Εκείνη όμως επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση: όχι να φύγει από τη χώρα, αλλά από την πόλη. Άφησε τη ζωή της εταιρείας για να δοκιμάσει να χτίσει κάτι πραγματικό σε έναν τόπο που είχε ακόμη χώρο για αυτό. Μαζί με τον σύντροφό της Αντώνη μοιράζει πλέον τον χρόνο της ανάμεσα στα Ιωάννινα και το Δεμάτι, όπου έχουν ξεκινήσει να καλλιεργούν ένα μικρό θερμοκήπιο — μια ήσυχη αλλά συνειδητή πράξη ριζώματος σε ένα τοπίο που έχει διαμορφωθεί από τη φυγή.
Καθώς περπατώ στο Δεμάτι, διακρίνει κανείς την προσεκτική επιφυλακτικότητα ενός χωριού που προστατεύει τον τρόπο ζωής του: κλειδωμένες πόρτες, ήσυχοι δρόμοι και βλέμματα που παρακολουθούν διακριτικά, αποκαλύπτουν έναν ρυθμό ζωής που έχει εδραιωθεί εδώ και δεκαετίες. Το ίδιο το όνομα «Δεμάτι» (από το «δεμάτι», δηλαδή δεσμίδα) ίσως αντικατοπτρίζει κάτι ουσιαστικό για τον χαρακτήρα του: μια συγκέντρωση, μια ένωση ανθρώπων. Σύμφωνα με τον τοπικό ιστορικό Ι. Μάντο, το χωριό «ήταν από τα πιο συμπαγή της περιοχής, με στενά σοκάκια», και κάποιες ερμηνείες θέλουν τους κατοίκους του να ήταν ιστορικά δεμένοι και ενωμένοι απέναντι σε κάθε τι που θεωρούσαν ξένο.
Με τη δημιουργία του Κέντρου Καινοτομίας και τη συμμετοχή των κατοίκων σε εκπαιδευτικές και συνεργατικές τουριστικές δράσεις, το Interreg-RISTOR μπορεί να βοηθήσει την κοινότητα να δει τα απτά οφέλη της αλλαγής, δείχνοντας ότι οι νέοι άνθρωποι και οι νέες ιδέες μπορούν να ενισχύσουν, αντί να διαταράξουν, τη ζωή στα ορεινά.
«Για να έχεις πραγματικό αντίκτυπο, πρέπει να χτίζεις ουσιαστικές σχέσεις και αυτό απαιτεί χρόνο· σημαίνει να κάθεσαι στο καφενείο και να πίνεις καφέ με τους ντόπιους», λέει ο Βασίλης Νιάρος από το P2P Lab. Η Μαρίνα Παρασκευαΐδη από το Impact Hub τονίζει τη σημασία της συνέχειας: «Το Impact Hub έχει μακροχρόνια παρουσία στην Ήπειρο· αυτό το έργο βασίζεται σε μια ήδη εδραιωμένη εμπειρία στην περιοχή».
* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος «Παρατηρητήριο Συνοχής», στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα OBCT, η οποία συνεργάζεται με την Εφημερίδα των Συντακτών.
■ Συντελεστές του «Παρατηρητηρίου Συνοχής» της «Εφ.Συν.» είναι οι Χριστίνα Κοψίνη, Αλέξανδρος Χασάνι, Γιάννης Κιμπουρόπουλος











